Θέατρο, αχ, θέατρο.
Όπως όλες οι μεγάλες αγάπες, μπορεί να σου χαρίσει τεράστια χαρά και εξίσου μεγάλες απογοητεύσεις.
Η σχέση μου με το θέατρο υπήρξε για πολλά χρόνια αμφιθυμική. Κάποτε το κυνηγούσα ως ένα μεγάλο όνειρο και συχνά απογοητευόμουν από αυτό που συναντούσα. Όχι από το θέατρο ως τέχνη, αλλά από τους ανθρώπους που το απαρτίζουν.
Σήμερα κρατάω την αγάπη μου γι’ αυτό και για την τέχνη της υποκριτικής. Επειδή πλέον αντέχω να το αγαπώ χωρίς απαραίτητα να με αγαπάει κι εκείνο.
Απολαμβάνω κάθε κομμάτι της διαδικασίας: τις πρόβες, τη δουλειά, το διάβασμα, την επανάληψη. Το να κάνω κάτι ξανά και ξανά, μέχρι να αρχίσει να αναπνέει διαφορετικά. Ακόμη και η ταλαιπωρία της διαδικασίας έχει για μένα μια παράξενη γοητεία.
Το θέατρο ως τέχνη δεν νομίζω ότι χρειάζεται «φτιάξιμο». Μέσα από τους προβληματικούς, αντιφατικούς, βαθιά ανθρώπινους χαρακτήρες που υποδυόμαστε, καταλήγουμε πολλές φορές να συναντάμε, και να αναμετριόμαστε με, τους δικούς μας δαίμονες. Μετουσιώνοντάς τους σε τέχνη.
Αν είχα, όμως, ένα μαγικό ραβδί, θα άλλαζα κάτι στους ανθρώπους που το υπηρετούμε, ηθοποιούς, σκηνοθέτες, παραγωγούς, όλους εμάς που συμμετέχουμε στη δημιουργία του: το αίσθημα ευθύνης με το οποίο κάνουμε τη δουλειά μας. Γιατί πιστεύω πως, αν ο καθένας αντιμετώπιζε με μεγαλύτερη υπευθυνότητα τη θέση που κατέχει, πολλά από όσα εξακολουθούν να συμβαίνουν στον χώρο δεν θα τα επιτρέπαμε, πρωτίστως, εμείς οι ίδιοι, οι θεατράνθρωποι.
Έχω, όμως, επιλέξει να εστιάζω κυρίως σε αυτό που μπορώ να επηρεάσω: εμένα. Προτιμώ, λοιπόν, αντί να μιλώ για το πώς στέκονται οι άλλοι απέναντι στη δουλειά τους, να φροντίζω τη δική μου στάση, από το δικό μου μετερίζι.
Πιστεύω βαθιά πως ο τρόπος που επιλέγουμε να στεκόμαστε απέναντι σε αυτό που αγαπάμε λέει για εμάς περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσαμε ποτέ να πούμε με λόγια.
Κι αν ο καθένας μας φροντίσει να βάζει ψυχή, ευθύνη και αλήθεια σε αυτό που κάνει, κάθε τοπίο, θεατρικό ή άλλο, ομορφαίνει μοιραία.
